Δεν είναι εξακριβωμένο αν η σύφιλη υπήρχε κατά την αρχαιότητα αν και ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι βλάβες οστών που βρέθηκαν σε νεκροταφεία αιγυπτιακά, ελληνικά και αραβικά της εποχής εκείνης είναι συφιλιδικής αιτιολογίας. Βέβαιο είναι όμως ότι η σύφιλη εμφανίστηκε στην Ευρώπη το 1493 μετά την επιστροφή του Χριστόφορου Κολόμβου από την Αμερική όπου είχαν μολυνθεί οι ναύτες του κατά τη διαμονή τους στη νέα ήπειρο. Στη συνέχεια επεκτάθηκε ταχέως με τη βοήθεια των πολέμων της εποχής. Το όνομα της νόσου δόθηκε το 1521 από τον Ιταλό ιατροφιλόσοφο και ποιητή Girolamo Fracastore από το όνομα κάποιου βοσκού ονομαζόμενου Syphilys τον οποίο ανέφερε σε κάποιο ποίημα του και ο οποίος έπασχε από τη νόσο.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η σύφιλη ήταν πολύ διαδεδομένη. Στατιστικά ακολουθεί κυματοειδή καμπύλη επιδημιολογικής εξέλιξης. Ο εξάρσεις της νόσου συμπίπτουν με την μεταπολεμική περιόδου των δύο παγκοσμίων πολέμων. Τελευταία παρατηρείται έξαρση επί παγκοσμίου κλίμακας οφειλόμενη :
-
στη μεγάλη και ταχεία μετακίνηση πληθυσμών (τουρισμός – μετανάστευση)
-
αλλαγή ηθικο-κοινωνικό-οικονομικών συνθηκών
-
αλλαγή της φυσικής πορείας της νόσου προς μορφές ταχύτερες και επιθετικότερες όταν συνυπάρχει με HIV – λοίμωξη.
Έτσι τα τελευταία 15 χρόνια η σύφιλη επανεμφανίζεται στο ιατρικό προσκήνιο ως σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας.
Η σύφιλη είναι λοιμώδες μεταδοτικό νόσημα χρόνιας διαδρομής που προκαλεί σοβαρές αλλοιώσεις όχι μόνο στο δέρμα και στους βλεννογόνους αλλά και βαριές βλάβες στα οστά, στα σπλάχνα, στα αγγεία και στο νευρικό σύστημα που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στο θάνατο. Εξάλλου η μετάδοση της σύφιλης από την έγκυο γυναίκα στο έμβρυο, μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο του εμβρύου ή σε ψυχικές και σωματικές παθήσεις των απογόνων.
Το παθογόνο μικρόβιο που προκαλεί τη σύφιλη ονομάζεται ΩΧΡΟ ΤΡΕΠΟΝΗΜΑ ή ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ. Μοναδικός φυσικός ξενιστής είναι ο άνθρωπος, πρόκειται δηλ. για μια νόσο που αφορά μόνο τους ανθρώπους. Αντέχει στο ψύχος και στην υγρασία και είναι πολύ ευαίσθητο στη ξηρασία, στο φως, στην υπεριώδη ακτινοβολία, στη θερμότητα, στα αντισηπτικά και τα σαπούνια, καθώς και στα αντιβιοτικά. Εισδύει στο δέρμα και τους βλεννογόνους όταν υπάρχουν εκδορές αυτών. Το τρεπόνημα το ωχρό μεταδίδεται [α] από άνθρωπο σε άνθρωπο σχεδόν αποκλειστικά με τη σεξουαλική επαφή και [β] από την πάσχουσα από σύφιλη έγκυο στο έμβρυο με το αίμα μέσω του πλακούντα. Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται σπανιότατα περιστατικά μετάδοσης με απλή [όχι σεξουαλική] επαφή, σε γιατρούς και νοσηλευτές που αντιμετώπισαν ασθενείς με σύφιλη.
Η πιθανότητα ένα άτομο να μολυνθεί και να αναπτύξει τη νόσο μετά από μια μόνο σεξουαλική επαφή με πάσχοντα ανέρχεται σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες σε 30-35%.Αυτό συμβαίνει μόνο αν ο πάσχων βρίσκεται στο 1ο ή στο 2ο στάδιο της νόσου. Αν βρίσκεται στο 3ο στάδιο το τρεπόνημα δεν μεταδίδεται στον ερωτικό του σύντροφο. Η μεταδοτικότητα του τρεπονήματος από την πάσχουσα έγκυο στο έμβρυο ανέρχεται στο 70-80% όταν η έγκυος βρίσκεται στο 1ο και 2ο στάδιο της νόσου και φθάνει το 10% στο 3ο στάδιο.
Όπως αναφέραμε ήδη η νόσος πορεύεται σε 3 στάδια εφόσον δεν γίνει θεραπεία. Το 1ο στάδιο αρχίζει από τη στιγμή της μόλυνσης και διαρκεί 2 μήνες. Το 2ο στάδιο αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου και διαρκεί 2-3 χρόνια. Το 3ο στάδιο αποτελεί συνέχεια του 2ου και διαρκεί καθ’όλη την υπόλοιπη ζωή του ασθενούς.
1o ΣΤΑΔΙΟ
Ο χρόνος που παρέρχεται από τη στιγμή της μόλυνσης μέχρις την εμφάνιση της πρώτης βλάβης της σύφιλης είναι κατά μέσο όρο 21 ημέρες. Η πρώτη αυτή βλάβη που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι το συφιλιδικό έλκος. Πρόκειται για μια πληγή μεγέθους έως 1 cm, στρογγυλή, μονήρης, σκληρή και ανώδυνη. Επώδυνο το συφιλιδικό έλκος είναι μόνο όταν εντοπίζεται στο δάκτυλο, στη γλώσσα, στον πρωκτό ή όταν μολυνθεί από άλλο μικρόβιο. Αυτό εμφανίζεται στο σημείο που γίνεται η μόλυνση. Σε 93% των περιπτώσεων στα γενετικά όργανα (βάλανο, πόσθη, μικρά και μεγάλα χείλη του αιδοίου, κόλπο και τράχηλο της μήτρας), στο 1% στην περιγενετική περιοχή και στον πρωκτό και στο 6% στο στόμα, χείλη, γλώσσα, αμυγδαλές, πρόσωπο, δάκτυλα, μαστό.
Το συφιλιδικό έλκος αφού παραμείνει 3-4 εβδομάδες ως έχει, αρχίζει να υποχωρεί και ιάται αφήνοντας μικρή ουλή. Συνολικά διαρκεί από 5 έως 8 εβδομάδες . Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμφανίζεται συφιλιδικό έλκος, όπως στη σύφιλη που μεταδίδεται από τη μητέρα στο έμβρυο, αλλά και στην περίπτωση που ο ασθενής πάρει αντιβίωση εκείνο το διάστημα για άλλη αιτία, η οποία όμως είναι ανεπαρκής για τη θεραπεία της σύφιλης. Η υπόλοιπη πορεία της νόσου στο 2ο και 3ο στάδιο και στις δύο πρώτες περιπτώσεις είναι η αναμενόμενη.
Το συφιλιδικό έλκος είναι γεμάτο ώχρα τρεπονήματα. Eτσι η διάγνωση στην αρχή, θα γίνει από τη λήψη υλικών απ΄αυτό και εξέταση στο μικροσκόπιο, γιατί οι αιματολογικές εξετάσεις που βάζουν τη διάγνωση της σύφιλης γίνονται θετικές 15 ημέρες μετά την εμφάνιση του έλκους. Το συφιλιδικό έλκος ακολουθεί η διόγκωση των βουβωνικών αδένων. Στο στάδιο αυτό η γενική κατάσταση της υγείας του νοσούντα δεν επηρεάζεται.
2o ΣΤΑΔΙΟ
Αυτό ξεκινάει 2 μήνες μετά τη μόλυνση και οι εκδηλώσεις του οφείλονται σε διασπορά του τρεπονήματος στον οργανισμό. Μπορεί να εμφανίσει ο ασθενής, μικρή πυρετική κίνηση 37,5 – 38ο C, ανορεξία, καταβολή, κεφαλαλγία και πόνους στα οστά. Εκδηλώσεις μπορεί να υπάρξουν από όλα τα σπλάχνα, οι οποίες όμως υποχωρούν από μόνες τους. Από το δέρμα εμφανίζεται μία ποικιλία εξανθημάτων τα οποία είναι ανώδυνα, χωρίς κνησμό και υποχωρούν από μόνα τους, χωρίς να αφήσουν ουλή. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι η σύφιλη του 2ου σταδίου μπορεί να υποδυθεί οποιαδήποτε δερματοπάθεια.
Συγκεκριμένα 40 ημ. μετά την εμφάνιση του έλκους παρατηρείται εξάνθημα αποτελούμενο από ροζ κηλίδες διάσπαρτο σ’ όλο το σώμα που διαρκεί 3 – 5 εβδομάδες. Επίσης είναι δυνατόν να εμφανιστεί εξάνθημα που μοιάζει με ψωρίαση, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, ακμή, θυλακίτιδα, λειχήνα, κονδυλώματα, ακόμη και αλωπεκία. Οι βλάβες αυτές είναι γεμάτες τρεπονήματα και κατά το στάδιο αυτό η νόσος είναι ιδιαίτερα μεταδοτική.
Στο στάδιο αυτό η διάγνωση γίνεται πλέον με αιματολογικές εξετάσεις.
3o ΣΤΑΔΙΟ
Το 3ο στάδιο αρχίζει με τη πάροδο διετίας ή τριετίας από την μόλυνση, αφού μεσολαβήσει μία λανθάνουσα περίοδο χωρίς κλινικές εκδηλώσεις. Στο δέρμα εμφανίζονται λίγες βλάβες που εξελίσσονται αργά αφήνουν ουλή μετά την πάροδο τους και δεν είναι μολυσματικές. Οι πιο σοβαρές εκδηλώσεις όμως είναι από την καρδιά και τα αγγεία που μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο του ασθενή αλλά και από το νευρικό σύστημα με την μορφή ψυχικών και νευρολογικών διαταραχών έως και παραλύσεων.
ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΣΥΦΙΛΗ
Συγγενής ονομάζεται η σύφιλη που μεταδίδεται στο έμβρυο από την έγκυο μητέρα δια μέσω του πλακούντα. Αυτό συμβαίνει μετά τον 3ο μήνα της εγκυμοσύνης γιατί τότε η δίοδος του τρεπονήματος δια του πλακούντα είναι εφικτή.
Ο κίνδυνος μόλυνσης είναι τόσο μεγαλύτερος όσο πιο πρόσφατη είναι η μόλυνση της μητέρας και τόσο μικρότερος όσο παλαιότερη είναι η μόλυνση. Έτσι όταν η μητέρα βρίσκεται στο 1ο και 2ο στάδιο της νόσου το ποσοστό μόλυνσης του εμβρύου ανέρχεται στο 70 – 80 % ενώ όταν η μητέρα βρίσκεται στο 3ο στάδιο το ποσοστό φτάνει το 10 %. Αν η μόλυνση της μητέρας γίνει κατά την σύλληψη, λίγο πριν ή λίγο μετά το έμβρυο πεθαίνει. Αν γίνει τον τρίτο μήνα το έμβρυο θα γεννηθεί με συγγενή σύφιλη και τέλος αν γίνει λίγο πριν τον τοκετό το έμβρυο γεννάται υγιές, μπορεί όμως να μολυνθεί κατά την διάρκεια του τοκετού.
Στη συγγενή σύφιλη δεν υπάρχει το πρώτο στάδιο δηλ το συφιλιδικό έλκος, υπάρχουν όμως τα δυο επόμενα στάδια με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μετά τη γέννηση το βρέφος εμφανίζει εξάνθημα αποτελούμενο από πομφόλυγες (φουσκάλες) κυρίως στις παλάμες και στα πέλματα. Ακόμα βλάβες του ήπατος και του σπλήνα, αλωπεκία, ωτίτιδα, λαρυγγίτιδα (γι΄αυτό το βραχνό κλάμα) βλάβες και παραμορφώσεις των οστών. Σε μεγαλύτερη ηλικία εμφανίζει βλάβες από τα μάτια έως τύφλωση, από τα αυτιά έως κώφωση. Βλάβες στα οστά και στο νευρικό σύστημα.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την πορεία της σύφιλης αφορούν τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν έγινε θεραπεία. Η σύφιλη όμως είναι μία νόσος η οποία θεραπεύεται σε οποιοδήποτε στάδιο κι αν διαγνωσθεί και αντιμετωπίζεται εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν δημιουργηθεί πλέον οι μόνιμες βλάβες του 3ου σταδίου δηλαδή πολλά χρόνια μετά την μόλυνση όπου μπούμε μόνο να διακόψουμε την εξέλιξη. Η θεραπεία αφορά και τη συγγενή σύφιλη δηλ την θεραπεία του εμβρύου κατά την ενδομήτριο ζωή.
Ακόμα και σήμερα η θεραπεία εκλογής εξακολουθεί να είναι η πενικιλίνη σε ενέσιμη μορφή η δοσολογία της οποίας ποικίλει ανάλογα με το στάδιο της νόσου. Μόνο αν ο ασθενής είναι αλλεργικός στην πενικιλίνη χρησιμοποιούνται άλλα αντιβιοτικά.
Μετά την θεραπεία οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και εργαστηριακά για 4 χρ. αν βρίσκόνταν στο 1ο ή 2ο στάδιο όταν έγινε θεραπεία και για πολλά χρόνια αν βρίσκονταν στο 3ο στάδιο.
Τον 1ο χρόνο οι εργαστηριακές εξετάσεις πρέπει να γίνονται κάθε 3 μήνες, το 2ο χρόνο κάθε 6 μήνες και στη συνέχεια κάθε έτος. Σε περίπτωση υποτροπής θα πρέπει να γίνεται επανάληψη της θεραπείας. Οι εργαστηριακές εξετάσεις παραμένουν σ΄ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών θετικές εφ΄όρου ζωής χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι νοσούν. Άλλωστε γίνεται και ποσοτικός έλεγχος ορισμένων απ΄αυτών των εξετάσεων που μας δείχνει αν ο ασθενής νοσεί ή όχι. Πρέπει να αναφερθεί όμως ότι η σύφιλη δεν αφήνει ανοσία, που σημαίνει ότι αυτός που έχει νοσήσει και θεραπευτεί μπορεί να ξαναμολυνθεί και να ξανανοσήσει.
ΣΥΦΙΛΗ + AIDS
Με την εμφάνιση της επιδημίας του AIDS στις αρχές του 1980 έγινε φανερό ότι μεγάλο ποσοστό HIV+ ατόμων πάσχουν από σύφιλη. Συγκεκριμένα το 70% των HIV + ανδρών και το 60% των HIV + γυναικών έχουν θετικές εξετάσεις για την σύφιλη. Έχει βρεθεί ο υποβοηθητικός ρόλος της σύφιλης κυρίως όταν βρίσκεται στο 1ο και 2ο στάδιο στην μετάδοση του AIDS. Εκτός αυτού η πορεία της συφιλιδικής λοίμωξης είναι βαρύτερη και ταχύτερη σε HIV + ασθενής. Έτσι η νευροσύφιλη (προσβολή νευρικού συστήματος) εμφανίζεται από το αρχικό στάδιο της νόσου. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δύσκολη η διάγνωση λόγω των ανοσολογικών διαταραχών των HIV + ασθενών, αλλά και η θεραπεία είναι ανεπαρκής.
ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ
-
Διαφώτιση του κοινού για τον κίνδυνο των σεξουαλικών μεταδιδόμενων νοσημάτων και σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των νέων.
-
Έρευνα προς ανεύρεση πηγής μόλυνσης και παρακολούθηση όλων των ατόμων που ήρθαν ενδεχομένως σε επαφή με αυτή
-
Άμεση θεραπεία κάθε νέου ασθενούς.
-
Δήλωση μη ονομαστική κάθε νέας περίπτωσης στις Υγειονομικές Αρχές.
-
Παρακολούθηση των ασθενών για αρκετό χρόνο για την έγκαιρη διαπίστωση υποτροπής.
-
Συστηματικός αιματολογικός έλεγχος περιοδικά σε κοινωνικές ομάδες με αυξημένη σεξουαλική δραστηριότητα (στρατιώτες, ναυτικούς, φοιτητές.]
-
Επαρκής υγειονομικός έλεγχος εκδιδομένων γυναικών.{/reg}

