Ενδοκρινολογία είναι η ειδικότητα της Ιατρικής που ασχολείται με τα νοσήματα των ενδοκρινών αδένων(γενικά). Πιο ειδικά, αξίζει να σημειώσουμε πως στην ειδικότητα της Ενδοκρινολογίας περιλαμβάνονται και τα γνωστικά αντικείμενα του Σακχαρώδους Διαβήτη, των μεταβολικών διαταραχών, της διατροφής και της Εργαστηριακής Ενδοκρινολογίας.
Ως ενδοκρινείς καλούνται οι αδένες που παράγουν και εκκρίνουν ορμόνες, ουσίες, δηλαδή, που μεταφέρονται με την κυκλοφορία σε άλλα όργανα, όπου και εκδηλώνουν τη βιολογική τους δράση.
Οι κυριότεροι ενδοκρινείς αδένες (επιγραμματικά) είναι οι παρακάτω: υπόφυση – θυρεοειδής – παραθυρεοειδείς – πάγκρεας – επινεφρίδια – γονάδες (όρχεις-ωοθήκες).
Ενδιαφέρον, όμως, υπάρχει και για τη μελέτη άλλων ιστών που παίζουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά στην παραγωγή ορμονών. Έτσι, για παράδειγμα, φαίνεται πως στο λιπώδη ιστό, ανάμεσα στις άλλες λειτουργίες του, συγκαταλέγεται και η ενδοκρινική, με παραγωγή ορμονών όπως η λεπτίνη, που φαίνεται να ενέχεται στην αιτιο παθογένεια της παχυσαρκίας.
Οι κυριότερες παθήσεις των ενδοκρινών αδένων έχουν να κάνουν είτε με την υπερλειτουργεία, είτε με την υπολειτουργία αυτών.
Στην κλινική πράξη, τα συχνότερα νοσήματα είναι αυτά του θυρεοειδούς και ο Σακχαρώδης Διαβήτης, ενώ αντικείμενο της Ενδοκρινολογίας είναι και η οστεοπόρωση, η παχυσαρκία, οι υπερλιπιδαιμίες, οι διαταραχές του κύκλου και η υπερτρίχωση (στις γυναίκες). Πιο σπάνια, αλλά εξίσου σημαντικά και ενδιαφέροντα είναι νοσήματα άλλων ενδοκρινών αδένων (υποφύσεως, παραθυρεοειδών, επινεφριδίων), ενώ, τέλος, αξίζει να αναφέρουμε τη σπάνια μεν, αλλά πολύ σημαντική περίπτωση της Ενδοκρινικής Αρτηριακής Υπερτάσεως, η οποία -το κυριότερο- δύναται να θεραπευθεί, σε αντίθεση με τη συχνότερη μορφή Αρτηριακής Υπερτάσεως (την ιδιοπαθή), η οποία δεν θεραπεύεται, παρά μόνο ρυθμίζεται.Η διάγνωση των Ενδοκρινικών νοσημάτων γίνεται με το συνδυασμό λεπτομερούς ιστορικού, κλινικής εξέτασης και παρα κλινικού ελέγχου (ορμονικού - απεικονιστικού).
Τέλος, όσον αφορά στη θεραπεία, όπου αυτή είναι δυνατή, μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους (χειρουργικά, με χορήγηση δισκίων ή με συνδυασμό αυτών). Για τις άλλες περιπτώσεις, όπου η μόνιμη ίαση δεν είναι εφικτή, περιοριζόμαστε στην όσο το δυνατόν καλύτερη ρύθμιση (π.χ. χορήγηση ινσουλίνης επί Σακχαρώδους Διαβήτου τύπου 1 ή θυροξίνης επί υποθυρεοειδισμού).

