Το μεταβολικό σύνδρομο (ΜΣ), το οποίο χαρακτηρίζεται από κοιλιακή παχυσαρκία, υψηλή γλυκόζη στο αίμα, μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, δυσλιπιδαιμία και υψηλή αρτηριακή πίεση, συνδέεται με καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη τύπου 2. Η ανάπτυξη του ΜΣ συνδέεται με την παχυσαρκία και την απουσία φυσικής δραστηριότητας. Η συχνότητα εμφάνισης του ΜΣ έχει αυξηθεί με την αύξηση που παρατηρείται παγκοσμίως, των περιστατικών καρκίνου του μαστού, διαβήτη και παχυσαρκίας. Παράγοντες που εξηγούν την σχέση διαβήτη και καρκίνου του μαστού, όπως είναι η υπερινσουλιναιμία και η αντίσταση της ινσουλίνης, μπορούν να συνδέσουν το ΜΣ με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού.
Σε τουλάχιστον 3 έρευνες η υπέρταση συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 50 ετών, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι δε βρέθηκε συσχέτιση σε άλλες έρευνες. Ο μηχανισμός που συνδέει την υπέρταση με τον καρκίνο του μαστού, παραμένει ασαφής, αλλά είναι πιθανό οι δύο αυτές καταστάσεις να έχουν κοινά μονοπάτια στη βιοχημεία του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εμπλέκονται σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, στην ορμονική σύνθεση και του μεταβολισμού.
Η δυσλιπιδαιμία παραπέμπει σε μείωση των επιπέδων της HDL και αύξηση της ολικής και LDL χοληστερόλης, καθώς επίσης των τριγλυκεριδίων. Η χοληστερόλη φαίνεται να αυξάνει των κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, διότι αποτελεί πρόδρομο των στεροειδών ορμονών και οι ενδογενείς στεροειδείς ορμόνες συνδέονται θετικά με την εμφάνιση καρκίνου του μαστού. Υψηλές συγκεντρώσεις HDL μειώνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, διότι χαμηλά επίπεδα HDL μπορεί να αποτελούν ένδειξη αυξημένων ανδρογόνων. Τα ανδρογόνα αποτελούν ρυθμιστή των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα και έτσι μετά την εμμηνόπαυση, μετατρέπονται στο λιπώδη ιστό σε οιστρογόνα, με αποτέλεσμα να πυροδοτούν την καρκινογένεση. Σε πολλές έρευνες παρατηρούνται υψηλά επίπεδα ολικής και LDL χοληστερόλης και χαμηλά επίπεδα HDL, σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού. Βέβαια τα αποτελέσματα σε σχέση με την εμμηνόπαυση δεν δίνουν ξεκάθαρη εικόνα. Σε κάποιες έρευνες παρουσιάζεται μεγαλύτερη συσχέτιση σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε κάποιες άλλες το αντίθετο. Είναι δύσκολο να συνδεθούν τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα, με την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Οι χαμηλές όμως τιμές της HDL, φαίνεται να δίνουν ξεκάθαρη συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, στις περισσότερες έρευνες.
Αξιοσημείωτο είναι πως η σχέση μεταβολικού συνδρόμου και καρκίνου του μαστού, δεν λαμβάνετε υπόψη σε καμία έρευνα. Το μεταβολικό σύνδρομο έχει άμεση σχέση με πολλές συνιστώσες, που αποτελούν αιτίες εμφάνισης του καρκίνου του μαστού. Εντοπίσαμε, μόνο μία μικρή έρευνα στην Ιταλία, που αφορούσε την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2, υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας, μεταξύ γυναικών που νοσούσαν από καρκίνο του μαστού. Είναι φανερό λοιπόν, πως η υπάρχει επιτακτική ανάγκη για τη διενέργεια επιδημιολογικών ερευνών, που θα αφορούν στη συσχέτιση του μεταβολικού συνδρόμου και του καρκίνου του μαστού.

