Η παχυσαρκία προκαλεί σοβαρές κοινωνικές και ψυχολογικές παρενέργειες, εξαιτίας της συνεχούς προβολής του λεπτού σώματος ως την ιδανική εικόνα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 90, μία μακρόχρονη έρευνα (Gortmaker, 1993), η οποία αξιολόγησε της κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας σε 370 νέους, έδειξε ότι οι παχύσαρκες γυναίκες σταμάτησαν νωρίτερα τις σπουδές του και στο πέρασμα του χρόνου κέρδιζαν λιγότερα χρήματα και ως εκ τούτου περιορίστηκαν σε χαμηλότερα κοι νωνικά στρώματα.
Δ
έκα χρόνια αργότερα, σε ανάλογη έρευνα (Seedo, 2000), φάνηκε πως τα παχύσαρκα άτομα αντιμετωπίζουν έντονα κοινωνικά προβλήματα, κυρίως λόγω της απόρριψης τους από τους διάφορους κοινωνικούς κύκλους. Αυτή η διαφοροποίηση προκάλεσε μία αβάσιμη προκατάληψη, ότι τα παχύσαρκα άτομα δεν είναι ικανά να ελέγξουν την συμπεριφορά τους, ειδικά όταν πρόκειται για την κατανάλωση τροφής. Ο περίγυρος τους κατακρίνει για την κατάσταση τους και τους καταχωρεί στην συνείδηση του ως άτομα χαμηλής νοημοσύνης. Αυτή η απόρριψη γίνεται αισθητή από τα παιδικά τους χρόνια, οδηγεί σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και πυροδοτεί μια σειρά από ψυχολογικές επιπλοκές. Τα παχύσαρκα άτομα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και στο εργασιακό τους χώρο, προωθούνται δυσκολότερα σε υψηλότερες θέσεις και απορρίπτονται εύκολα σε θέσεις που απαιτούν άμεση επαφή με το κοινό. Η δυσκολία στην κίνηση, ιδιαίτερα σε απουσία αρκετού χώρου στο εργασιακό περιβάλλον , αυξάνουν την αίσθηση της απόρριψης στα παχύσαρκα άτομα.